ναυαγία

ναυαγία
кораблекрушение

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Нужно сочинение?

Полезное


Смотреть что такое "ναυαγία" в других словарях:

  • ναυαγία — ναυαγίᾱ , ναυαγία shipwreck fem nom/voc/acc dual ναυαγίᾱ , ναυαγία shipwreck fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυαγία — και ιων. τ. ναυηγίη, ἡ (Α) [ναυαγός] συντριβή πλοίου, καραβοτσάκισμα, ναυάγιο («ἐν χειμῶνι καὶ ναυαγίαις», Αριστοφ.) …   Dictionary of Greek

  • ναυαγίᾳ — ναυαγίαι , ναυαγία shipwreck fem nom/voc pl ναυαγίᾱͅ , ναυαγία shipwreck fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυάγια — ναυά̱για , ναυάγιον piece of wreckage neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυαγίας — ναυαγίᾱς , ναυαγία shipwreck fem acc pl ναυαγίᾱς , ναυαγία shipwreck fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυαγίαι — ναυαγία shipwreck fem nom/voc pl ναυαγίᾱͅ , ναυαγία shipwreck fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυαγίαν — ναυαγίᾱν , ναυαγία shipwreck fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυαγιῶν — ναυαγία shipwreck fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυαγίαις — ναυαγία shipwreck fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυηγίη — ναυαγία shipwreck fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυηγίην — ναυαγία shipwreck fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»